Η Δημιουργία Ενός Ιδεολογικού Δικτύου

Κοινή συνισταμένη όσων αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε το «Ιδεολογικό Δίκτυο Ελλήνων και Ευρωπαίων Σοσιαλιστών» (Ι.Δ.Ε.Ε.Σ.) είναι να αποκτήσουν βήμα όσοι πολίτες πιστεύουν στο πρωτείο της Δημοκρατίας, της πολιτικής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας έναντι της δυναστικής κυριαρχίας των ανεξέλεγκτων αγορών και του αχαλίνωτου κέρδους.

Η κοινωνική διαστρωμάτωση στην Ελλάδα του 2022, έπειτα από 2 χρόνια πανδημίας και 12 χρόνια σκληρής οικονομικής πολιτικής λόγω μνημονίων, αναδεικνύει χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις τους μη προνομιούχους, τους μικροαστούς, τους εκπεσόντες αστούς και τους βιοπαλαιστές του καθημερινού αγώνα για τα προς το ζην, σε πολυπληθέστερη –κοινωνική, αν της προσδώσουμε και τέτοια χαρακτηριστικά– τάξη.

Διαχρονικά το ταξίδι από τους «Εκδρομείς του ΄60», στην «της μεταπολίτευσης χαμένη γενιά», στα «παιδιά της Αλλαγής» και στους νεόπτωχους της τελευταίας 20ετίας, όπου η αστική ελληνική τάξη κυριολεκτικά κατακρημνίστηκε, η απόσταση μοιάζει ένα τσιγάρο δρόμος. Οι αλλαγές υπήρξαν αλυσιδωτές κατά κανόνα προβλέψιμες όταν το μέσο ελληνικό νοικοκυριό ξόδευε – καταφεύγοντας στον εύκολο τραπεζικό δανεισμό – περισσότερα από όσα θα μπορούσε να αποπληρώσει στο εγγύς μέλλον και εν πολλοίς νομοτελειακά μη αναστρέψιμες.
Για να αποφύγουμε περαιτέρω σχοινοτενείς περιγραφές, ο ρους της ιστορίας οδήγησε τις εξελίξεις σχεδόν αβίαστα στη δημιουργία ενός «μεσαίου κενού», στην εξόντωση, άλλως εξαφάνιση, αυτής που κάποτε αρεσκόμαστε να ονοματίζουμε ως μεσαία ή αστική τάξη.
Κάπως έτσι, με βήμα όπισθεν ολοταχώς, η τελευταία φαίνεται να ολισθαίνει ώστε να εξομοιωθεί με τα χαμηλότερα στρώματα, με την εργατική και αγροτική τάξη, τους άνεργους και τους χαμηλοσυνταξιούχους, για να δημιουργηθεί μια νέα με δυο μόλις στρώματα κοινωνική διαστρωμάτωση, απαρτιζόμενη μόνο από ισόγεια και ρετιρέ, πατρικίους και πληβείους, (νεό) πτωχους και προύχοντες.

Ποιος θα ενδιαφερθεί όμως για τα μεσαία πατώματα της ελληνικής κοινωνικής πολυκατοικίας;

Αυτά που αποτελούν παραδοσιακά τον πυρήνα και κορμό της;

Αυτά που η έλλειψή τους ακυρώνει την ύπαρξη της «κοινωνικής πολυκατοικίας»;

Αυτά, που όσο πιο γερά και στιβαρά είναι, τόσο περισσότερο ύψος αντέχει το οικοδόμημα;

Ποιος πολιτικός χώρος μπορεί να τα εκφράσει, να τους ξαναδώσει φωνή, ελπίδα και δικαίωμα στο όνειρο;

Ακόμη και με πολιτικούς όρους ο χώρος του κέντρου, αυτός που παραδοσιακά ανεβοκατέβαζε κυβερνήσεις ανάλογα με το προς ποια πολιτική παράταξη έκλινε προεκλογικά, φαίνεται αυτή τη στιγμή να μην εκφράζεται επαρκώς μέσα από το επικρατήσαν δίπολο κυβέρνησης – μείζονος αντιπολίτευσης, με τη συντηρητική παράταξη να πρόσκειται σταθερά στο δεξιό – και να φλερτάρει τακτικά με τον ακροδεξιό – πολιτικό χώρο και τη λαϊκίστικου τύπου αριστερά  ευαγγελίζεται ανεφάρμοστα πράγματα.
Για τη μεσαία τάξη, τους σε πείσμα των καιρών παραμένοντες αγωνιώντες μικροαστούς, πέρα από ευχολόγια τύπου «Παρασκευή με Κυριακή θα ’χω καινούριες υποσχέσεις», μηδέν εις το πηλίκο. Εκκωφαντική σιωπή μπροστά στις νέες προκλήσεις, αδιαφορία και ανέμελο σήκωμα των ώμων μπροστά στα καίρια ζητήματα καθημερινότητας, ελλείπουσα διάθεση για να ανοίξει – έστω – συζήτηση για το μέλλον και την τύχη της ελληνικής αστικής τάξης.

Είναι αυταπόδεικτο ότι παραδοσιακά οι αστοί έβρισκαν έκφραση στον πολιτικό χώρο του κέντρου, όπως αυτός εκάστοτε εκφραζόταν.

Αναζητούν απαρέγκλιτα ένα χώρο μετριοπάθειας, χωρίς ακραίες – ένθεν κακείθεν- κορώνες, με στοχοπροσήλωση στον άνθρωπο και τις ανάγκες του και όχι στους στείρους αριθμούς. Αυτή είναι κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος και η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει το σήμερα η ελληνική πολιτική σκηνή. Να επαναφέρει την κεντροαριστερά στο προσκήνιο της πολιτικής, να ξαναθυμίσει ότι ο σοσιαλισμός είναι και παραμένει η προμηθεϊκή σύλληψη του κόσμου, να επιβάλει τον ριζοσπαστισμό ως εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για την παραγωγή ιδεών και νέας πορείας στο στρεβλά διαμορφωμένο πολιτικό σκηνικό.
Σήμερα, πενήντα χρόνια σχεδόν μετά τη μεταπολίτευση, τα κόμματα εξουσίας χρειάζονται να περιβληθούν με ξένο μανδύα, αγορασμένο ή δανεικό, για να μπορέσουν να μασκαρέψουν το απεχθές και αδηφάγο εγώ τους. Ιδανικοί μοιραίοι, στις απανταχού «υπόγειες ταβέρνες» της χώρας και της ζωής μας. Τούτων δοθέντων, οι καιροί «ου μεν ετοί», απαιτούνται άμεσες και συντονισμένες δράσεις. Σε τελική ανάλυση, όσο περισσότερο ισχυροποιηθεί η μεσαία τάξη, ώστε να έχει οικονομική επάρκεια και να εισφέρει «χρήμα»  στην αγορά, τόσο θα ενισχυθούν επαγωγικά και οι ασθενέστερες οικονομικά τάξεις, ούτως ώστε να μην απαιτείται πλέον κρατική ενίσχυση τακτική ή και διαρκής, ώστε να μπορούν μικροί και μικρομεσαίοι να ανταποκριθούν στα φορολογικά τους βάρη.
Τώρα είναι περισσότερο αδήριτη η ανάγκη από ποτέ, ίσως, η σοσιαλδημοκρατική παράταξη κραδαίνοντας σαν δώρο πολύτιμο την παρακαταθήκη και τη συσσωρευμένη γνώση δεκαετιών διακυβέρνησης να ενδυθεί την κατά σάρκα στολή του εξεγερμένου – επιτέλους – κοσμοδιορθωτή, του υπερασπιστή του νόμου, της ισότητας και του δικαίου, του συνεκτικού αρμού σε μια χώρα όψιμα έντονων κοινωνικών ανισοτήτων και να κάνει αυτό για το οποίο διψά η ψυχή της παράταξης, όπου κι αν αυτή εγκαταβιοί σήμερα,  και αποζητούν τόσες γενιές Ελλήνων.
 Όχι απλά να καλύψει πολιτική το «ΜΕΣΑΙΟ ΚΕΝΟ», αλλά να το εκφράσει συλλήβδην και καθολικά, ως προμετωπίδα. Συνάμα να επαναφέρει την κοινωνική ισορροπία έναντι μιας τάξης – πυλώνα στην ελληνική δομή διαχρονικά, να ξαναπροσφέρει την Ελλάδα εκεί όπου ανήκει: στους Έλληνες και όσους αισθάνονται Έλληνες απανταχού.
Θεσσαλονίκη, 24.03.2022
Σπύρος Ν. Χριστοφορίδης
Δικηγόρος – LLM

Στη Θεσσαλονίκη υπάρχει μια σημαντική και σημασιολογική αντίφαση. Ενώ διαθέτει το μεγαλύτερο πανεπιστημιακό ίδρυμα που προσελκύει φοιτητές από όλη τη χώρα, τα χρόνια της κρίσης μετρά, όπως όλη η Ελλάδα, σημαντικές απώλειες νέων. Πρόκειται για εκείνους, που στην προσπάθειά τους να ανταποκριθούν στις ολοένα αυξανόμενες συνθήκες διαβίωσης, επέλεξαν τη φυγή στο εξωτερικό. Όλοι σχεδόν μετράμε συγγενείς και φίλους που αποχαιρετήσαμε με την ευχή να βρουν το «καλύτερο» που αναζητούν και κάποια μέρα να επιστρέψουν. Η απώλεια αυτή καταγράφεται σε έρευνα της ICAP: το 92% των νέων που έχουν φύγει στο εξωτερικό είναι πτυχιούχοι, το 53% κάτοχοι μεταπτυχιακού και το 8% κάτοχοι διδακτορικού. Οι λόγοι είναι κατεξοχήν οικονομικοί ενώ στις βασικές αιτίες συγκαταλέγονται η έλλειψη αξιοκρατίας και η διαφθορά.

Η σχεδόν δεκαετής κρίση ανέδειξε παθογένειες δεκαετιών και το κοινωνικό- οικονομικό κόστος ήταν μεγάλο. Μείωση του παραγόμενου προϊόντος, κλείσιμο χιλιάδων επιχειρήσεων, υψηλά επίπεδα ανεργίας, διάλυση θεσμών. Αποτέλεσμα ήταν η μείωση της εμπιστοσύνης πρώτον προς την πολιτική για το, αν μπορεί να αποτελέσει πεδίο επίλυσης σύνθετων προβλημάτων και δεύτερον προς το κράτος για την αποτελεσματικότητά του. Η έλλειψη εμπιστοσύνης ενισχύθηκε σημαντικά από την ανυπαρξία ενός Εθνικού Σχεδίου εξόδου από την κρίση. Σε αυτό συνέβαλαν καταλυτικά κυβερνήσεις του πρόσφατου παρελθόντος, που πρόταγμα τους είχαν τη δημαγωγία και τον λαϊκισμό. Προκύπτει, λοιπόν, το ζήτημα, αν η χώρα μπορεί τώρα να εγγυηθεί το καλύτερο για τη νέα γενιά. Απαιτείται μια ισχυρή προοδευτική πρόταση.
Στον πυρήνα αυτής της πρότασης βρίσκεται η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, όσων απογοητεύτηκαν τα τελευταία χρόνια,  στην πολιτική, το κράτος και τους θεσμούς. Απαιτείται η δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών και η οικοδόμηση ενός σταθερού φορολογικού συστήματος που θα είναι ικανό να προσελκύσει νέες επενδύσεις, που με τη σειρά τους θα δημιουργήσουν περισσότερες βιώσιμες θέσεις εργασίας. Προς την ίδια κατεύθυνση, σημαντική είναι η απλοποίηση των διαδικασιών έναρξης επιχειρήσεων και η παροχή κινήτρων για την νεανική επιχειρηματικότητα. Η νέα γενιά χρειάζεται ένα ισχυρό κράτος που θα θέσει τους όρους για δίκαιη κατανομή των ωφελειών και δίκαιη αμοιβή του μόχθου σε αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, ένα κράτος που σέβεται τον πολίτη, τον θέτει στην πρώτη γραμμή και δεν παύει να τον συνδράμει με νέες γνώσεις και δεξιότητες.

Όλα τα ανωτέρω θα πρέπει να περιστοιχιστούν από την προστασία των δημοσίων αγαθών, όπως η εκπαίδευση, η υγεία και η κοινωνική προστασία. Ειδικότερα, απαιτείται η εκπαίδευση να συνδεθεί άμεσα με την ανθρωπιστική παιδεία και τις νέες τεχνολογίες ώστε να συμβάλει στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και των δεξιοτήτων αντίστοιχα, ενώ κρίσιμη είναι και η ενίσχυση του εθνικού συστήματος υγείας για την αξιοπρεπή παροχή υπηρεσιών.

Όσα αναφέρθηκαν αποτελούν μόνο ένα πολύ συνοπτικό πλαίσιο καθώς απαιτούνται θεμελιώδεις προοδευτικές αλλαγές σε όλους τους τομείς. Στην πορεία για προοδευτική αλλαγή χρειάζονται σύμμαχοι, πρόθυμοι να παράγουν, να δημιουργήσουν και να θεμελιώσουν το αύριο με ευοίωνους όρους. Η νέα γενιά δεν θα πρέπει να λείψει από αυτή την προσπάθεια. Μας αφορά όλους.
Νικολέτα Σπυροπούλου
Δικηγόρος, LLM

Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί το πλέον έντονο- μέχρι σήμερα- τμήμα ενός εξελισσόμενου, σπονδυλωτού, παγκοσμίου πολέμου- και ίσως το τελευταίο πριν από μια άμεση, γενικευμένη αντιπαράθεση.

Η Ευρώπη και η Ελλάδα έχουν συρθεί στην συμμετοχή τους σε αυτόν τον πόλεμο- έστω έμμεση αλλά με άμεσες επιπτώσεις- χωρίς οι λαοί τους να έχουν ερωτηθεί και χωρίς να διαθέτουν ούτε κατ’ ελάχιστον πρόσβαση σε σφαιρικότερη πληροφόρηση ως προς τις αιτίες και το διακύβευμα.

Σε συνθήκες μονοδιάστατης, προπαγανδιστικής «ενημέρωσης» από τα συστημικά ΜΜΕ και λογοκρισίας των ρωσικών ΜΜΕ, η διαρκώς μεγαλύτερη εμπλοκή μέσα από αποστολή πολεμικού υλικού στην Ουκρανία και μέσα από διαρκώς εντεινόμενες (αυτό-) καταστροφικές κυρώσεις περιγράφονται ως μονόδρομος.

Στην πραγματικότητα, όσο περισσότερο το πολιτικό κατεστημένο της πατρίδας μας ταυτίζεται μονόπλευρα με τις επιδιώξεις των ΗΠΑ στην Ευρώπη, τόσο αποκόπτεται από τον λαό. Αυτό το χάσμα θα διευρύνεται όσο ο πόλεμος και η οικονομική κρίση στην ίδια την «Δύση» λόγω των κυρώσεων που έχει επιβάλλει στην Ρωσία, θα εντείνονται.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για τις επιπτώσεις ενός διεθνοπολιτικού μνημονίου. Αν τα μνημόνια της περιόδου 2010-2015 δομήθηκαν με «νομιμοποιητικό» παράγοντα την δημοσιονομική κρίση, το διεθνοπολιτικό μνημόνιο, το «ανήκομεν εις την Δύσιν» θεμελιώνεται πάνω στην παράδοση της αμερικανοκρατίας στην Ελλάδα.
Μόνο που σε αντίθεση με την αμερικανοκρατία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι ΗΠΑ βρισκόταν στο απόγειο της ισχύος τους, σήμερα οι ΗΠΑ βρίσκονται στην προφανή παρακμή τους. Ένας νέος κόσμος ανατέλλει, τον οποίο οι ΗΠΑ προσπαθούν να απονομιμοποιήσουν ιδεολογικώς και να καταστείλουν οικονομικώς και στρατιωτικώς.
Αυτό που περιγράφεται ως σινορωσικός άξονας ή ευρύτερα ως ευρασιατισμός, στην πραγματικότητα απαρτίζεται από έναν συνδυασμό μειζόνων, πληθυσμιακώς και οικονομικώς, κρατών, πολλά εκ των οποίων ανήκουν στον -μέχρι πρότινος κατ’ ευφημισμό- αναπτυσσόμενο κόσμο και τα οποία διεκδικούν έναν δικό τους τρόπο συμμετοχής στην διαδικασία της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης: όχι ελεγχόμενο από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη- μέσω του δολαρίου, των διεθνών οικονομικών οργανισμών, και των επεμβάσεων «αλλαγής καθεστώτων»- με μεγαλύτερη έμφαση στον βιομηχανικό καπιταλισμό, πιο ελεγχόμενες ροές κεφαλαίων σε σχέση με τις σημερινές και με μεγαλύτερες δυνατότητες ρύθμισης σε εθνικό επίπεδο.
Έτσι και σε αντίθεση με διάφορες ηθικίστικες κορώνες, ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί ένα κρίσιμο επεισόδιο στην σύγκρουση των παραπάνω «τεκτονικών πλακών». Σε κοινωνίες και χώρες, όπως η δική μας, που βρίσκονται στα όρια συνάντησης των δύο «κόσμων», η κρίση εσωτερικεύεται με καταλυτικό τρόπο.
Το πολιτικό κατεστημένο και σύστημα της πατρίδας μας αποφάσισε να φορτώσει στον ελληνικό λαό συμμετοχή σε έναν πόλεμο και μια νέα φάση όξυνσης της κρίσης που βιώνει από το 2008, χωρίς καν να τον ρωτήσει. Οι συνέπειες θα είναι καταλυτικότερες από εκείνες των μνημονίων.

Πρώτον, γιατί αυτά καθ’ αυτά τα σημερινά γεγονότα είναι σημαντικότερα. Είναι παγκόσμια, είναι στρατιωτικά, οικονομικά και πολιτικά, εγείρουν κίνδυνο γενικευμένης στρατιωτικής αντιπαράθεσης και την πιθανότητα κατάρρευσης της βιομηχανικής δραστηριότητας στην ΕΕ.

Δεύτερον και εξαιτίας των παραπάνω δεν υπάρχει καμία δυνατότητα «διάσωσης» της ελληνικής οικονομίας- έστω με τους μνημονικούς, καταστροφικούς όρους.

Τρίτον, έρχονται μετά 14 χρόνια κοινωνικής και οικονομικής κρίσης. Θυμίζουμε ότι ποτέ στην νεότερη ελληνική ιστορία δεν είχαμε τόσα πολλά, συνεχόμενα χρόνια οικονομικής κρίσης. Τόσο οι υλικές, όσο και οι ψυχολογικές αντοχές έχουν ελαχιστοποιηθεί, ενώ και η αξιοπιστία του πολιτικού προσωπικού είναι ανύπαρκτη.

Το πολιτικό κόστος μάλιστα θα το πληρώσουν εντονότερα, τα κόμματα τα οποία διατηρούν ακόμα και σήμερα, μια ορισμένη λαϊκή βάση- όπως είναι και το ΚΙΝΑΛ- ΠΑΣΟΚ. Η ζωντανή ακόμα ανάμνηση του θεμελιακού αντιαμερικανισμού του, σε συνδυασμό με το πρόσφατο μνημονικό παρελθόν του και με την σημερινή επισφαλή του θέση, θα το κλονίσουν ξανά κατά πάσα πιθανότητα.

Έστω κι έτσι όμως – ή μάλλον μόνο έτσι- μπορεί να ανοίξει εκ νέου ο κύκλος της ανασυγκρότησης του ελληνικού πολιτικού συστήματος με ισχυρή σοσιαλιστική και πατριωτική παράταξη. Οτιδήποτε έξω από την σημερινή παρακμή είναι προτιμότερο.

Κτηματολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης, Ιανουάριος 2022
Βράδυ Σαββάτου ήδη κάποιοι δικηγόροι έχουν γράψει τα ονόματά τους σε μία αυτοσχέδια λίστα προτεραιότητας για να μπορέσουν να εξυπηρετηθούν προνομιακά τη Δευτέρα το πρωί, μεταξύ 8:00 και 8:30, όταν κάποιο άτυχο μέλος της εταιρίας Security που έχει προσλάβει η «Κτηματολόγιο ΑΕ» στη Θεσσαλονίκη θα αρχίσει να φωνάζει με σειρά προτεραιότητας τη λίστα με τα ονόματα των δικηγόρων, συμβολαιογράφων, δικαστικών επιμελητών και λοιπών αθώων πολιτών για να εισέλθουν στο προθάλαμο του Κτηματολογικού Γραφείου, να λάβουν χαρτάκι προτεραιότητας, ένα ανά συμβολαιογραφική πράξη ή αίτηση που θέλουν να καταχωρήσουν, και να περιμένουν μετά στωικά τη σειρά τους, με τη μύχια ελπίδα ότι θα εξυπηρετηθούν.
Αναλογιζόμενοι ότι κάθε πολίτης ή νομικός έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ημερησίως έως δύο πράξεις (σαν το δελτίο σίτισης άλλων εποχών), αυτό πρακτικά σημαίνει ότι καθημερινά εξυπηρετούνται 60-70 άτομα, όχι παραπάνω. 
Οι παθογένειες του καθημερινού σκηνικού που επικρατεί εδώ και μήνες περισσεύουν, σταχυολογώ λοιπόν τις σημαντικότερες:
  1. Μια λίστα, μα ποια λίστα; Το μόνο σίγουρο με την αυτοσχέδια λίστα όπου αναγράφονται κατά σειρά προτεραιότητας και ανά ώρα προέλευσης (συνήθως, όχι πάντα) οι προτιθέμενοι να καταχωρήσουν πράξεις πελατών τους ή και δικές τους είναι η θέση που τοποθετείται: σε μία κολλημένη με σιλοτέιπ διαφάνεια έξω από την τζαμαρία της εισόδου του Κτηματολογικού Γραφείου, μετά το κλείσιμό του περί τις 15:00, οποιοσδήποτε μπορεί να τοποθετήσει ένα φύλλο χαρτί γράφοντας το ονοματεπώνυμο του πρώτο επ’ αυτής και, αν είναι αρκετά τολμηρός, να το βγάλει μια φωτογραφία και να αποχωρήσει, ελπίζοντας ότι θα έχει την τύχη με το μέρος του. Όλα αυτά, για να έρθει μετά ο επόμενος ή η επόμενη, να σκίσει τη λίστα του πρώτου «πιονέρου» και να τοποθετήσει στη διαφάνεια μίαν άλλη σελίδα χαρτιού, στην οποία πρώτο θα είναι το δικό του/της όνομα. Τη στιγμή που βγαίνει κάθε πρωί ο υπεύθυνος ασφαλείας, είναι τόσοι πολλοί που συνωστίζονται γύρω του, μαλώνοντας για το ποιος έφτασε πρώτος και ποια λίστα είναι η ορθή, που έστω ένας παρευρισκόμενος να έχει κορονοϊό, θα κολλήσει αρκετούς- αν όχι όλους- γύρω του.
  2. Ολόκληρο Κτηματολόγιο δεν μπορεί να διαθέτει ένα μηχάνημα που να βγάζει αυτόματα χαρτάκια; Όσοι αντέξατε να διαβάσετε ως εδώ, πιθανόν να το αναρωτηθήκατε ήδη. Είναι τόσο δύσκολο να βγάζει ένα μηχάνημα ο σεκιουριτάς- ταξιθέτης κάθε ημέρα την ίδια ώρα (όποια και αν είναι αυτή) για να παίρνουν χαρτάκια με αριθμό προτεραιότητας και ώρα προσέλευσης οι ενδιαφερόμενοι;
  3. Είναι ενήμερος ο Υπουργός Δικαιοσύνης; Στη Θεσσαλονίκη το πρόβλημα είναι γνωστό για όλους τους παρεπιδημούντες στα νομικά επαγγέλματα εδώ και μήνες. Είναι αδύνατον το Προεδρείο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης να κλείσει ραντεβού με κάποιον επιτελή του Υπουργού ή έστω να του στείλει ένα ενημερωτικό email;
  4. Λεφτά υπάρχουν; Το Κτηματολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης έχει διευθυντή και υπαλλήλους. Δεν μπορούν να ζητήσουν προσωπικό, έστω εποχιακό, για να αντιμετωπιστούν οι αυξημένες ανάγκες του μετά το σκληρό lockdown στη Δικαιοσύνη για ένα και πλέον έτος; Δεν μπορούν να προσλάβουν ούτε καν δύο ασκούμενους δικηγόρους με τις πενιχρές προβλεπόμενες απολαβές (600€ μεικτά,  480€ καθαρά) για να αποφορτίσουν κάπως την κατάσταση;
  5. Έχουμε τελικά νομικό πολιτισμό; Αλήθεια, έχει μείνει ίχνος πολιτισμού και αξιοπρέπειας στη Δικαιοσύνη, έστω στην ειδικότερη έκφανση της καταχώρησης πράξεων στο Κτηματολόγιο; Οι δικηγόροι –  κατά κανόνα – που αγωνίζονται για «μία θέση στον ήλιο» του χαρτιού προτεραιότητας κάθε μέρα, αισθάνονται καλά με τον εαυτό τους, τις σπουδές τους, τον κόπο τους, την ισχνή αμοιβή που (δε) θα πάρουν; Και τελικά, για να παραφράσουμε  τον “εθνάρχη” Κ. Καραμανλή: “Η Ελλάς ανήκει εις την Δύση” ή έχει ήδη δύσει;

Θεσσαλονίκη 04.01.2022
Σπύρος Ν. Χριστοφορίδης 
Δικηγόρος Θεσσαλονίκης

Είμαι γεννημένος τον Γενάρη του ΄75, έχω καβαντζώσει για τα καλά τα 47 και βαδίζω ολοταχώς, με το fast forward πατημένο, στα επόμενα. Έχω ζήσει λοιπόν μετά βεβαιότητας – δε νοείται δικηγόρος και μαθουσάλας – παραπάνω από τη μισή μου ζωή.

Τον τελευταίο καιρό αισθάνομαι διαρκώς ότι, κατά τη στρατιωτική ορολογία, καλούν την κλάση μας.

Κοιτώ τις 15χρονες κόρες μου στα μάτια και νιώθω αδήριτη την ανάγκη κάτι να κάνω τόσο για τη σπορά μου, όσο και για τους συνομήλικούς μου, την πρώτη -κάποτε ανέμελη- νιότη.

Μα αν εξαιρέσεις τους λίγους που μοιράζονται τούτη την εσώτερη ανησυχία μου, πέφτω σε τοίχο, με όποιον και αν προσπαθώ να τη μοιραστώ. Το «έλα μωρέ», το «όλοι ίδιοι είναι», το «αυτός έχει άκρες» βρίσκονται στην απαράλλαχτη ημερήσια  διάταξη, σε κάθε απόπειρα συζήτησης…

Πώς είναι δυνατόν να έγιναν τα reality προτεραιότητα αν όχι αποκλειστικότητα για ανθρώπους – επιστημονικά τουλάχιστον – καταρτισμένους;

Πού αλάργεψε και εχάθη η κοινωνική μόρφωση, η πνευματική αναζήτηση του αληθινού;

Πού πήγαν οι εμπνευσμένοι ηγέτες; Γιατί δεν τους χρειάζεται πια ο κόσμος; Γιατί δε λείπουν από την ζωή μας;

Πού πήγαν οι ποιητές; οι συγγραφείς και οι συνθέτες; Γιατί τους καπελώνει το διαδίκτυο;

Ερωτήματα αναπάντητα, διαπιστώσεις δίχως αντίλογο αρχίζω να φοβάμαι. Μας κατάπιε ο «μεγάλος αδερφός» και αρχίσαμε να αισθανόμαστε ασφαλείς στον πνιγηρό εσώτερό του κόσμο; Μάλλον φτάσαμε στον πάτο του πηγαδιού. Δεν έχει παρακάτω για τον αγέρωχο νεοέλληνα απανταχού. Πρέπει άμεσα να επανεπινοήσουμε τα αυτονόητα. Η δημοκρατία δεν έχει μόνο δικαιώματα, τα οποία στα όρια της κατάχρησης ενασκούμε, έχει και υποχρεώσεις.

Οι παλαιότεροι ημών επέλεγαν να αυτοπροσδιορίζονται ως γενιά του 114, του ακροτελεύτιου άρθρου του τότε ισχύοντος ελληνικού Συντάγματος.

Εμείς ας αρχίσουμε να αυτοπροσδιοριζόμαστε πιο απτά  ως αυτοί που ξανάκαναν τις πλατείες να βογκούν.

Για ουσιαστική δημοκρατία, για ελευθερία στοχασμού και έκφρασης. Για ένα κράτος – στρατηγείο και όχι προς εξυπηρέτηση οικείων και ημετέρων. Για εθνική ενότητα μπροστά στα πιο μεγάλα θέλω του λαού μας.

Για δικαιοσύνη, αξιοκρατία και όχι αριστεία, όπως αυτή κατέληξε να χρησιμοποιείται.

Δεν ξέρω αν για όλα τα παραπάνω φταίει ότι από παιδί ήμουν ανήσυχος, μάλωνα με την ανάσα και στον ύπνο μου έβλεπα φωτιές, θαρρώ όμως και ελπίζω ότι πολλοί εκεί έξω από τις ίδιες φωτιές τσουρουφλίζονται. Και επειδή τις ιστορίες τις γράφουν πάντα οι παρόντες, φτάνει να πέσει η σπίθα, υπόσχομαι πως θα μείνω εδώ, στον ευλογημένο μα άχαρο (για τους μη τουρίστες) τούτον τόπο, και θα υπάρχω όπως μπορώ μέχρι να γίνουμε καμπόσοι οι αγωνιούντες και τα ονείρατά μας πνίξουν τους νωθρούς και τα ανθρωπάρια.

Καλήν  αντάμωση στους δρόμους, όπως και αν ορίζονται πλέον αυτοί. Και ας έχουν πλέον αντί για ονόματα ηλεκτρονικές διευθύνσεις, διαδικτυακό περιεχόμενο, ακόλουθους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, νεοτερισμούς ως προς την έκφραση μιας νέας συλλογικότητας, νέες εκφάνσεις μιας εν εξελίξει αφύπνισης που θα ήθελε να είναι κινητοποίηση και να θέσει αιτήματα, να απαιτήσει λύσεις.

Το ζητούμενο είναι με κάθε δυνατό τρόπο να ξαναρχίσουμε να σχεδιάζουμε κοινά ταξίδια, λυτρωτικά, του νου και της ψυχής μας. Να τα φέρουμε στο μπόι μας και να κινήσουμε μπροστάρηδες για νέα λιμάνια.

Καλόν αέρα στα όνειρά σας!

Θεσσαλονίκη, 05.05.2022

Σπύρος Ν. Χριστοφορίδης

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΗΜΕΡΑ:

Το νέο σκηνικό που διαμορφώνεται σε παγκόσμια κλίμακα, εν έτει 2022, δεν ήταν κάτι αιφνίδιο. Είχε δώσει τα διαπιστευτήρια τα τελευταία χρόνια από την έναρξη του νέου ψυχροπολεμικού κλίματος στις σχέσεις των υπερδυνάμεων με εκτόπισμα  προς την Ασία. Στη δίνη των γεωπολιτικών εξελίξεων που εκκίνησαν στο τέλος Φεβρουαρίου 2022 με έναυσμα την Ουκρανία, η Ελλάδα παρέμεινε στη διεκπεραιωτική θέση του υπάκουου συμμάχου και αρκέστηκε να εφαρμόσει εν πολλοίς τα δυτικά κελεύσματα,  παραμένοντας στη σκιά των γεγονότων, ούσα απλός παρατηρητής. Τα φλέγοντα ζητήματα με την Κύπρο και τα Ελληνοτουρκικά, είτε τα αποσιώπησε, είτε αρκέστηκε σε υποβολή παραπόνων στις ΗΠΑ, ταυτόχρονα με την επίδειξη των εξαιρετικών σχέσεων που επιχαίρει, όπως έσπευσαν να εκθειάσουν τα ΜΜΕ  τις διαβεβαιώσεις των αμερικανών συμμάχων μας ότι οι σχέσεις με τη χώρα μας, βρίσκονται στο καλύτερο δυνατό σημείο των τελευταίων δεκαετιών. Η ανάλωση της ευγενούς αβροφροσύνης και σε πρωθυπουργικό οικογενειακό επίπεδο κατά την πρόσφατη επίσκεψη του κυβερνητικού κλιμακίου στις ΗΠΑ (16/5/2022) ίσως να προβλημάτισε ακόμη περισσότερο τους μη ευκολόπιστους, που διαβάζουν πίσω από τις εικόνες και  ίσως να θεωρούν ότι τόσο μεγάλου βαθμού χημεία σε διαπροσωπικό επίπεδο αρχηγών κρατών (Ελλάδος ΗΠΑ), εγκυμονεί ίσως όχι τόσο ευθέως ανάλογα αποτελέσματα. Ιδίως όταν τις αμέσως επόμενες ημέρες οι παραβιάσεις των γνωστών γειτόνων της Ελλάδος υπερέβησαν κάθε ανεκτό όριο (που σε κάθε περίπτωση είναι ανύπαρκτο ακόμη και ως υπόθεση), πετώντας με τα μαχητικά τους σε απόσταση 2,5 ναυτικών μιλίων από την Αλεξανδρούπολη, παραβιάζοντας κατάφωρα ζωτικό εναέριο χώρο εθνικής κυριαρχίας της χώρας μας. Την αμέσως επόμενη στιγμή η αντίστοιχη προσφυγή της Ελλάδος στην ηγεσία του ΝΑΤΟ (Στόλντενμπεργκ), απαντήθηκε σε επίπεδο περιγραφικό, διεκπεραιωτικό και ευχολογίων, καταλείποντας την αίσθηση ότι η συμμετοχή στη συμμαχία, διαθέτει πολλές ταχύτητες ανοχής σε ολισθήματα των συμμάχων της. Την ίδια στιγμή που η γείτονα χώρα Τουρκία αναλίσκεται στο ρόλο του διαμεσολαβητή και θεματοφύλακα της δεοντολογίας των αρχών του ΝΑΤΟ και της παγκόσμιας ειρήνης, με την ανοχή της ελληνικής κυβέρνησης που παρακολουθεί με κώδικες ευγένειας και θεατή, την Τουρκία να μην έχει υποχωρήσει, αντιθέτως να πυροδοτεί το κλίμα αντιπαράθεσης με νέα σενάρια με δήθεν υπαίτια την Ελλάδα.

Σε αυτό το γεωπολιτικό σκηνικό με δεδομένο τον κίνδυνο της επισιτιστικής και ενεργειακής κρίσης που είναι πλέον εδώ,  και που εκδηλώνεται τόσο σε επίπεδο ελλείψεων πρώτων υλών με συνεπακόλουθη άνοδο τιμών σε τρόφιμα και ενέργεια, άνοδο χρεωστικών επιτοκίων, άνοδο πληθωρισμού και άλλων οικονομικά δυσβάσταχτων δεινών, η ελληνική κυβέρνηση καλείται να επιδείξει ρεαλιστική προσέγγιση και να προτάξει ουσιαστική επίλυση όχι με κώδικες διεκπεραίωσης,  και ευκόλως αναλώσιμη πολιτική τόσο σε εγχώριο, όσο και  διεθνές επίπεδο. Κάτι τέτοιο παράγει μικρότερη φθορά στο κομματικό ακροατήριο, οι συνθήκες όμως επιβάλλουν ουσιαστικές πράξεις και αποτέλεσμα. Στην μεν πρώτη περίπτωση της εγχώριας άσκησης πολιτικής η κυβέρνηση καλείται να αναμετρηθεί με τον εαυτό της  και να επαναπροσδιορίσει με κανόνες επίκαιρης εποχής τη δημιουργία εκείνων των υποδομών που συλλογικά θα ανακουφίσουν τους καταναλωτές, με την εξεύρεση χρημάτων που είναι δεσμευμένα στην ατυχή και αργή απονομή δικαιοσύνης, καλείται να ασκήσει ουσιαστική εποπτεία σε επιλήψιμες συμπεριφορές με τα νομοθετικά εργαλεία που διαθέτει ή που θα επινοήσει για τον έλεγχο της αισχροκέρδειας. Να εξοικονομήσει δαπάνες από τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και το πλαίσιο λειτουργίας της, με δεδομένη την εξέλιξη της ψηφιακής  διακυβέρνησης και με περιστολή της ψηφιακής γραφειοκρατίας, μέσω ευκόλων και χρηστικών ψηφιακών συστημάτων, με την απελευθέρωση εκείνων των κονδυλίων που είναι απαραίτητα για την οικονομία και είναι εγκλωβισμένα στην αργή απονομή της δικαιοσύνης, με τη βελτίωση και ρηξικέλευθη μεταρρύθμιση της παιδείας, με την βελτίωση των όρων του επαγγελματικού προσανατολισμού στην εγχώρια και διεθνή αγορά εργασίας ώστε να ευθυγραμμίσει τη ζήτηση σε εξισορρόπηση της προσφοράς, με την εδραίωση της αξιοκρατίας και της αντικειμενικότητος σε όλα τα επίπεδα δημόσιας διοίκησης και άσκησης δημόσιας εξουσίας, με την εξυπηρέτηση του πολίτη σε επίκαιρο χρόνο έχοντας συνεργάτες τους δημοσίους υπαλλήλους και όχι εχθρούς. Με την προώθηση βιοκλιματικών κατασκευών και την εκμετάλλευση εναλλακτικών πηγών ενέργειας, παρέχοντας κίνητρα για τη χρήση τους επί της ουσίας και όχι κατ’ όνομα και μόνον. Με την εξεύρεση πηγών αυτόνομης ενέργειας και με την υποστήριξη της αυτονόητης εκμετάλλευσης του Αιγαίου εκ μέρους της στην έρευνα της ύπαρξης των υδρογονανθράκων με αυτοπεποίθηση και όχι φοβικά σύνδρομα, όπως αυτονοήτως δικαιούται.    Στη δε δεύτερη περίπτωση με την εμφαντική διατράνωση του αναστήματός της γεωπολιτικά στο σκηνικό της ΝΑ Ευρώπης, με τη χρήση ουσιωδών διαπραγματευτικών εργαλείων, θέτοντας ενδεχομένως τους  κατάλληλους όρους και τις προϋποθέσεις που αναμφίβολα αυτό συνεπάγεται.  

Ήρθε η ώρα για άσκηση ουσιαστικών πολιτικών που θα παράξουν έργο και θα αναχαιτίσουν τις επερχόμενες σοβαρότατες παθογένειες που απειλούν την υπόσταση της διαβίωσης των λαών διασαλεύοντας τα αυτονόητα. Η κυβέρνηση όμως της ΝΔ φαίνεται να παρακολουθεί εκ του μακρόθεν προφανώς αναλογιζόμενη το πολιτικό κόστος.  

Είναι επιβεβλημένη σήμερα παρά ποτέ, υπευθυνότητα και άσκηση ουσιαστικού πολιτικού έργου σε όλα τα επίπεδα της κρατικής λειτουργίας με όρους αλληλεγγύης και ασφάλειας στη διαβίωση των πολιτών. Θα πρέπει να  διασφαλίσει κατά το δυνατόν και να κινητοποιήσει και εξορθολογίσει όλους τους μηχανισμούς παροχής ιατρικής φροντίδας και περίθαλψης των πολιτών ώστε να αντιμετωπίσει τις πανδημίες που ενέσκηψαν ή θα ενσκήψουν και να τους αποδώσει όπως αξίζει στους πολίτες της χώρας. Το σενάριο αυτό εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο για την ελληνική πραγματικότητα παρά την ζοφερή κατάσταση που βίωσε το ΕΣΥ και οι εξ αυτού υποδομές, δίχως να παρουσιασθεί πρόοδος στην αναβάθμισή του. Αυτό καταμαρτυρούν οι θάνατοι όσων ασθενών αναμένουν στα επείγοντα επί ώρες αβοήθητοι, με το πρόσχημα της αδυναμίας εξυπηρέτησης άμεσα όπως αρμόζει σε ένα επείγον περιστατικό.

Η καταγραφή υπάρχει και είναι γνωστή, οι λύσεις σε θεωρητικό επίπεδο επίσης, οι δράσεις και η αποτελεσματικότητα παρουσιάζουν έλλειμμα και η πραγματικότητα είναι εδώ και το καταδεικνύει καθημερινά.

 Πρέπει ως χώρα να ανακτήσουμε τη χαμένη μας αξιοπιστία και να καταστούμε υπολογίσιμοι παίκτες της διεθνούς πολιτικής σκηνής επίσης δε να διεκδικήσουμε κοινωνική ειρήνη και ασφαλή διαβίωση για τους πολίτες μας, αναχαιτίζοντας τον ολοκληρωτισμό που καραδοκεί. Η  αντανάκλαση μιας κοινωνίας απαιτητικής και ικανοποιημένης από τους θεσμούς της, θα επηρεάσει και τις διεθνείς εξελίξεις προς όφελος των συμφερόντων μας, αφού θα μας καταστήσει σοβαρούς και υπολογίσιμους. Τότε θα βγούμε από τη σκιά στο φως της διεκδίκησης με αυτοπεποίθηση όπως μας αξίζει επηρεάζοντας τις εξελίξεις.

                                                                                                         Θεσσαλονίκη, 23.5.2022

                                                                                                         Ράνια Σαλπιστή

                                                                                                         Δικηγόρος – Διαμεσολαβήτρια

 

Το διοικητικό σύστημα και η αντιμετώπιση των παθογενειών του υπήρξε ανέκαθεν αντικείμενο μεγάλου ενδιαφέροντος στη δημόσια ζωή της χώρας.

Από την εποχή της εκθέσεως Βαρβαρέσου «Επί του οικονομικού προβλήματος της χώρας» μέχρι σήμερα, διατυπώθηκαν πολλές ενδιαφέρουσες και, συχνά, ριζοσπαστικές προτάσεις για την επίλυση του ελληνικού διοικητικού προβλήματος. Δεν ήταν λίγες, επίσης, οι απόπειρες διοικητικών αλλαγών. Τα αποτελέσματα, μετά από χρόνια δοκιμών και προσπαθειών, ήταν πενιχρά και οριακής απόδοσης.

Παρά τις επί μέρους επιτυχίες, η γενική εικόνα για την επάρκεια της διοίκησης παραμένει άκρως προβληματική, γεγονός οφειλόμενο σε διάφορους λόγους, που αναδεικνύονται παρακάτω, από την περιγραφή των θεμελιωδών προϋποθέσεων για την επιτυχία μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για τη διοικητική μεταρρύθμιση.

Αν επιθυμούμε να διαμορφώσουμε σοβαρές προϋποθέσεις για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση, πρέπει να επανέλθει επειγόντως στην ημερήσια διάταξη των υποχρεώσεών μας το διοικητικό πρόβλημα, με στόχο τη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής για τη ριζοσπαστική αλλαγή της διοίκησης.
Μια ολοκληρωμένη στρατηγική διοικητικών μεταρρυθμίσεων προϋποθέτει:
  1. Την ύπαρξη αποφασισμένης πολιτικής ηγεσίας να επιφέρει τις αναγκαίες αλλαγές, χωρίς υπολογισμό του πολιτικού κόστους, στον οποίο οδηγεί η πατροπαράδοτη διαχείριση των πελατειακών σχέσεων.
  2. Την υιοθέτηση του κανόνα της συνεχούς διοικητικής μεταρρύθμισης, έναντι της επικρατούσας πρακτικής των ασυνεχών και αποσπασματικών παρεμβάσεων. Τούτο σημαίνει εθνική συνεννόηση και σχεδιασμό σε βάθος χρόνου, ώστε να αποφεύγονται ανατροπές από κυβέρνηση σε κυβέρνηση, ακόμη και από υπουργό σε υπουργό της ίδιας κυβέρνησης.
  3. Την επιβολή, σε κάθε στάδιο, μια κρίσιμης μάζας μεταβολών, που δεν θα αδρανοποιούνται και αλλοιώνονται υπό το καταθλιπτικό βάρος της υπάρχουσας θεσμικής και γραφειοκρατικής αδράνειας.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις πρέπει να αφορούν ταυτοχρόνως  την Αυτοδιοίκηση και την Κεντρική Διοίκηση. Αλλιώς το αποτέλεσμα θα είναι εξαιρετικά αμφίβολο.
Οι βασικοί στόχοι (και όχι η πλήρης απαρίθμησή τους) ενός συνεκτικού εθνικού σχεδίου για τη διοικητική μεταρρύθμιση είναι:
  1. Η κεντρική διοίκηση μετασχηματίζεται σε επιτελικό στρατηγείο, με ευθύνη τη διαχείριση των εθνικών υποθέσεων (φορολογία, άμυνα, δικαιοσύνη, δημόσια τάξη κ.λπ.) και τον σχεδιασμό όλων των άλλων πολιτικών του κράτους .Οι επιτελικές αυτές αρμοδιότητες ανατίθενται σε μικρό αριθμό διευθύνσεων, οι οποίες και θα αποτελούν στο εξής, μόνες αυτές, τον διοικητικό μηχανισμό του κάθε υπουργείου.
  2. Όλες ανεξαιρέτως οι εκτελεστικές αρμοδιότητες της διοίκησης μεταβιβάζονται στους δύο βαθμούς αυτοδιοίκησης και στις καθ’ ύλην αποκεντρωμένες δομές.
  3. Για να ασκηθούν ουσιαστικά οι αρμοδιότητες των δήμων και των περιφερειών πρέπει να επιλυθεί οριστικά το θέμα της οικονομικής αυτοτέλειας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Για το σκοπό αυτό, αναθεωρείται σταδιακά το σύστημα των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων και ενισχύεται με την ένταξη σε αυτό πρόσθετων πόρων , όπως π.χ. ο φόρος για την ακίνητη περιουσία. Το κλειδί, όμως, για την αυτοτέλεια των Ο.Τ.Α είναι η βαθμιαία φορολογική αποκέντρωση και η απόκτηση από αυτούς ίδιων μηχανισμών βεβαίωσης και είσπραξης εσόδων.
  4. Δημιουργείται Ταμείο Συνοχής για τους αδύνατους κυρίως δήμους των νησιωτικών και ορεινών περιοχών. Λειτουργούν μητροπολιτικοί δήμοι στα τρία μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα.
  5. Επεκτείνονται οι ηλεκτρονικές προμήθειες σε όλο το φάσμα του δημόσιου τομέα και καθιερώνεται η ψηφιακή υπογραφή παντού στο Δημόσιο.
  6. Απλοποιείται και επεκτείνεται η διενέργεια ηλεκτρονικών συναλλαγών των πολιτών και των επιχειρήσεων με το Δημόσιο. Για τη διευκόλυνση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, θα δημιουργηθεί για κάθε συναλλασσόμενο ηλεκτρονική θυρίδα, όπου θα αποθηκεύονται τα έγγραφα που χρειάζονται για τις συναλλαγές του και από όπου θα αντλούνται τα απαραίτητα στοιχεία από τις αρμόδιες για κάθε συναλλαγή υπηρεσίες.
  7. Δημιουργείται κέντρο δεδομένων σε κάθε Περιφέρεια, που θα εξυπηρετεί και τους δήμους που υπάγονται στη χωρική της αρμοδιότητα. Στόχος είναι η εξοικονόμηση ενέργειας, υπολογιστικών και ανθρώπινων πόρων.
  8. Ενοποιούνται τα υπάρχοντα πληροφοριακά συστήματα των δήμων και των περιφερειών σε ένα ενιαίο πληροφοριακό σύστημα, με στόχο να παρέχονται ενιαίες και ολοκληρωμένες υπηρεσίες στους πολίτες.

Χάρης Καστανίδης

Διανύουμε, ήδη, τις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα και ορισμένοι θεωρούν παρωχημένο, το να μιλά κανείς για αξίες και αρχές, όπως η ισότητα και η ειδικότερη έκφανσή της, ως ισότητα των φύλων, η ισότητα ευκαιριών, η αλληλεγγύη, η αξιοκρατία.

Τα ευρωπαϊκά κράτη δομήθηκαν, μετά τη Γαλλική Επανάσταση, στη βάση της αρχής της ισότητας και της αλληλεγγύης, ενώ μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι κρατικές συσσωματώσεις, υπό τη μορφή Διεθνών Οργανισμών, όπως ο Ο.Η.Ε. και η Ε.Ε., είναι ξεκάθαρο, ότι έθεσαν ως καταστατική τους προτεραιότητα την ισότητα, για την επίτευξη της ευημερίας των πολιτών, υπό συνθήκες κοινωνικής ειρήνης και δικαιοσύνης.
Δυστυχώς, όμως, η νομοθετική τυποποίηση της αρχής της ισότητας, δεν στάθηκε ικανή να εξαλείψει την πραγματική, την ουσιαστική ανισότητα, αυτή δηλαδή, που εμφανίζεται στις διάφορες πτυχές της κοινωνικής δράσης, όπως είναι η πολιτική, οικονομική και πολιτιστική ζωή.

Θα ήταν λάθος αν προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το ζήτημα της έμφυλης ισότητας χρησιμοποιώντας μόνο ιστορικά παραδείγματα και αυτό γιατί η ιστορία δεν είναι γραμμική, κατά συνέπεια δεν διδάσκει και δεν νουθετεί πάντα.

Για τη σωστή προσέγγιση της έμφυλης ισότητας, ορθό είναι να την εντάξουμε στο γενικότερο σύγχρονο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό γίγνεσθαι. Είναι σαφές, ότι τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται μια διολίσθηση σε σκοτεινά μονοπάτια συντηρητισμού. Η παγκόσμια οικονομική κρίση και συνακόλουθα η πανδημική κρίση ανέδειξαν την ήδη υπάρχουσα αξιακή κρίση.
Ο πρωτοφανής αριθμός γυναικοκοτονιών στη χώρα, αποτελεί το πιο ηχηρό παράδειγμα, ότι η ελληνική κοινωνία διακατέχεται από το σύνδρομο της πατριαρχίας, της επιβολής του «ισχυρού» έναντι του «αδυνάμου».

Τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα πλήττονται στον πυρήνα τους και από τα πρώτα θύματα, είναι οι γυναίκες. Έχει κανείς την αίσθηση, ότι επιστρέφουμε στη λογική ενός απριορικού έθους, που τοποθετεί τη γυναίκα σε θέση υποδεέστερη. Αναγεννάται το στερεότυπο της «αιώνιας Εύας», που οφείλει την ύπαρξή της στον άνδρα, γιατί πλάστηκε από το σώμα του, ώστε να βρίσκεται ως σκιά στο πλευρό του. παρατηρούμε ακόμα, ότι δικαιώματα, όπως αυτό στην υγεία, την αυτοδιάθεση του γυναικείου σώματος, την εργασία και την αξιοκρατία, θίγονται.

Στη χώρα μας, τα τελευταία χρόνια, αναδείχθηκαν παθογένειες ετών. Η θέση της γυναίκας, καθημερινά τίθεται υπό επανεξέταση. Στην εργασία, παραδείγματος χάριν, η έλλειψη θέσεων απασχόλησης οδηγεί στην ανεργία, είτε, στην καλύτερη των περιπτώσεων, σε προσωρινές μορφές απασχόλησης, ακόμα και στη «μαύρη» εργασία. Αποτέλεσμα δεν είναι μόνο η οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση αλλά και η γιγάντωση άλλων φαινομένων, όπως τα ολοένα και περισσότερα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας.
Από την άλλη πλευρά, η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους σε τομείς, όπως αυτός της παιδείας ή της υγείας, όχι μόνο οδηγεί στην απεμπόληση θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά αναγκάζει τη γυναίκα, να αναλάβει κοινωνικούς ρόλους, που προσιδιάζουν σε νοοτροπίες παλαιότερων δεκαετιών, τότε που η εκπαίδευση των παιδιών ή η περίθαλψη των ηλικιωμένων περιοριζόταν εντός της οικογένειας, με τη γυναίκα να αναλαμβάνει το ρόλο του εκπαιδευτικού ή αντίστοιχα της νοσηλεύτριας.

Η διαιώνιση, των στερεοτύπων, μας οδηγεί σε ένα συμπέρασμα. Ότι κανένας κοινωνικός αγώνας, καμία κοινωνική κατάκτηση, δεν είναι δεδομένη.

Η προσέγγιση της ισότητας, με λογιστικά κριτήρια και όρους που επιβάλει η αγορά, αποτελεί φιλελεύθερη προσέγγιση. Για τους δημοκράτες σοσιαλιστές, η ισότητα έχει καθαρά ανθρωπιστικό χαρακτήρα. γεννήθηκε ως ιδέα από τον άνθρωπο για να εξυπηρετήσει τον άνθρωπο και κατ’ επέκταση την κοινωνία. Αποτελεί προϋπόθεση, αλλά ταυτόχρονα και μοχλό για την κατάκτηση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Θεμέλιο της κοινωνίας είναι η ισότητα και γι’ αυτό είναι αδιαπραγμάτευτη.

Οφείλουμε, λοιπόν, να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για την ουσιαστική ισότητα και την κατάργηση όλων των διακρίσεων. Μπορούμε και πρέπει να διεκδικήσουμε την ενεργότερη συμμετοχή στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, με στόχο την αποτελεσματικότερη λειτουργεία των δημοκρατικών θεσμών. Οφείλουμε να πιέσουμε τους αρμόδιους πολιτικούς φορείς, να εντοπίσουν τα στερεότυπα, που μας κρατούν αγκυλωμένους και να συμβάλουν καταλυτικά στην ενίσχυση της παιδείας των νέων. Αναφορικά με το ακανθώδες, ζήτημα της βίας κατά των γυναικών, θα πρέπει να κινητοποιηθούν οι αρμόδιοι πολιτικοί και κοινωνικοί φορείς, προκειμένου να ληφθούν τα αναγκαία και αποτελεσματικά μέτρα πρόληψης και αντιμετώπισης.

Είναι προφανές, ότι η οπισθοχώρηση στην συντηρητική αντίληψη, της αυστηρής ποινικοποίησης εγκλημάτων, υπό το βάρος, μάλιστα, της κοινωνικής κατακραυγής, δεν εισφέρει στην ουσιαστική εξάλειψη της πατριαρχίας, αλλά συντηρεί τα στερεότυπα. Απαιτείται, εγρήγορση ήδη από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, με την υιοθέτηση σχολικών προγραμμάτων και δράσεων, που προάγουν την έμφυλη ισότητα. Επιπλέον, η εκπαίδευση όλης της κοινωνίας, που δυστυχώς ακόμα και σήμερα, παρασύρεται από τάσεις, που απλώς αναπαράγουν την πλέον άδικη για τις γυναίκες εικόνα.

Νικολέττα Σπυροπούλου
Δικηγόρος, LLM

Μεταξύ των δεινών που ενέσκηψαν στον κλάδο των παραϊατρικών επαγγελμάτων (εισαγωγείς και έμποροι αναπηρικών αμαξιδίων, ιατρικών επιθεμάτων, εξαρτημάτων και συναφών ειδών) είναι και η επιβολή του ετήσιου clawback, του ποσοστού δηλαδή του ετήσιου τζίρου των εταιριών που δραστηριοποιούνται στον χώρο, το οποίο αξιώνει ως επιστροφή στην αρχή της επόμενης χρονιάς ο ΕΟΠΥΥ, με αμιγώς ετερόκλητα κριτήρια.

Υποσχέσεις πολλές, τόσο από τον προηγούμενο Υπουργό Υγείας, κ. Βασίλη Κικίλια, όσο και από τον νυν κ. Θάνο Πλεύρη, η πεπατημένη όμως καλά κρατεί, με τους ανθρώπους του κλάδου να έρχονται αντιμέτωποι με δυσθεώρητα ποσά τα οποία σε κάποιες περιπτώσεις παρακρατούνται μάλιστα στην πηγή, από τα έσοδα που έχουν λαμβάνειν ως κρατική επιδότηση για την πώληση αναπηρικών αμαξιδίων (600 έως 800 ευρώ ανά καρότσι), πριν καν την λάβουν.

Είδαν και αποείδαν τέσσερις  εταιρίες του κλάδου, προερχόμενες από τη Βόρεια Ελλάδα, η οποία έτσι και αλλιώς διάγει περίοδο ισχνών αγελάδων, προσέφυγαν τόσο στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών όσο και στο Συμβούλιο της Επικρατείας με αμφότερες τις ιδιότητές τους, αυτή των εισαγωγέων, αλλά και αυτή των παρόχων ιατρικών ειδών.
Το αποτέλεσμα των αιτήσεων αναστολής το εξής ένα: ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΝΤΑΙ γιατί, σύμφωνα με το σκεπτικό των αποφάσεων, μπορούν «ευχερώς» να υπαχθούν οι εταιρίες στις ρυθμίσεις των 120 δόσεων που έχει εξαγγείλει ο ΕΟΠΥΥ.

Λες και η μηνιαία δόση δεν καθίσταται ληξιπρόθεσμη ή τα ποσά των 1000 € – 1500 € που απαιτούνται για κάθε εταιρία είναι αμελητέα.

Όσο για τα κύρια δικόγραφα, τις αιτήσεις ακύρωσης, έχουν ήδη αναβληθεί από δυο φορές είτε με αίτημα του ΕΟΠΥΥ, είτε επειδή δεν κατατέθηκε διοικητικός φάκελος από τον ΕΟΠΥΥ, είτε γιατί η υπόθεση (στο ΣτΕ) δεν είναι ακόμα «ώριμη» προς εκδίκαση. Μέχρι να «ωριμάσουν» βέβαια προς εκδίκαση, δεν αποκλείεται να έχουν βάλει λουκέτο οι προσφεύγουσες εταιρίες μη αντέχοντας περαιτέρω τον οικονομικό ορυμαγδό, αλλά, ειλικρινά, ποιος ασχολείται στην λαοπρόβλητη κυβέρνησή μας;

Τελικά, για να θυμηθούμε τη γνωστή παραβολή με τον Γερμανό κυνηγό, «υπάρχουν δικαστές στην (ελληνική) Βαυαρία»;

Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης ή ορθότερα «η ανεξαρτησία του δικαστή» κατά τον Ιωάννη Μανωλεδάκη αναζητείται ηδυπαθώς σε ολισθηρά μονοπάτια.

Η μέρα φεύγει, η οικονομική εξόντωση έρχεται.

Σπύρος Ν. Χριστοφορίδης
Δικηγόρος Θεσσαλονίκης – LLM

Είναι γνωστό ότι τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται έντονος προβληματισμός, στον χώρο του δημοκρατικού σοσιαλισμού, ως προς την στάση του απέναντι στα κρίσιμα προβλήματα που ταλανίζουν την σύγχρονη Δημοκρατία. Με το κείμενο αυτό θα επιχειρήσω να αναδείξω, υπό την δική μου οπτική γωνία, αφ’ενός μεν τα κομβικά σημεία του σχετικού διαλόγου αφ’ετέρου δε τις αναγκαίες πολιτικές προτεραιότητες των κομμάτων που κινούνται σε αυτόν τον χώρο. Πριν ξεκινήσω όμως την πραγμάτευση του θέματος, σπεύδω να κάνω μια εισαγωγική παρατήρηση, που την θεωρώ εξαιρετικά σημαντική:

Πολλές φορές στον πολιτικό διάλογο χρησιμοποιείται, ενίοτε από άγνοια αλλά συνήθως   με σκοπιμότητα, ο όρος «αστική δημοκρατία». Η επιτηδευμένη χρησιμοποίηση γίνεται μάλιστα από δύο πλευρές:

Πρώτον, από τα δεξιά κόμματα, που θέλουν να δείξουν ότι η σύγχρονη δημοκρατία είναι η δημοκρατία που εγκαθίδρυσαν οι αστοί, τους οποίους τα κόμματα αυτά προνομιακά εκπροσωπούν

Δεύτερον, από τα κομμουνιστικά κόμματα -αλλά και από κάποιες κομμουνιστογενείς πολιτικές δυνάμεις- που προσπαθούν να δείξουν ότι αυτή που έχουμε είναι η δημοκρατία των αστών και όχι η αυθεντική, των προλεταρίων. Λες και υπήρξε -ή είναι δυνατόν να υπάρξει- τέτοια δημοκρατία…

Όσο και αν βαυκαλίζονται, όμως, όσοι συμπίπτουν, έστω και από διαφορετικές αφετηρίες, σε μια τέτοια θεώρηση, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική: Το καθεστώς που εγκαθίδρυσαν οι αστοί, μετά την γαλλική επανάσταση, δεν ήταν δημοκρατία αλλά ολιγαρχία, με εξαιρετικά περιορισμένη πολιτική συμμετοχή (αφού ψήφιζε μόνο το 10-20% των ανδρών) αλλά και με επιλεκτική (δηλαδή κολοβή και μερική)  κατοχύρωση της ελευθερίας. Τα μόνα δικαιώματα που καθιερώθηκαν ήταν τα οικονομικά, που επισφράγιζαν την επικράτηση του καπιταλισμού, και όσα αποτελούσαν την βιόσφαιρά τους, δηλαδή εξασφάλιζαν αυτό που θα λέγαμε σήμερα ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και εμπορευμάτων. Ούτε δικαιώματα ομαδικής δράσης -συνέρχεσθαι συνεταιρίζεσθαι, συνδικαλισμός, απεργία- ούτε, πολύ περισσότερο, κοινωνικά δικαιώματα. Όσο δε για το κράτος, αυτό περιοριζόταν απλώς στον ρόλο του «νυχτοφύλακα» και παρενέβαινε μόνον όταν κινδύνευαν τα συμφέροντα των εχόντων και κατεχόντων της εποχής.
Πως λοιπόν κατοχυρώθηκε η δημοκρατία όπως την ξέρουμε σήμερα; Ασφαλώς με τους αγώνες του παγκόσμιου δημοκρατικού και σοσιαλιστικού κινήματος,   την πολιτική έκφραση του οποίου αποτέλεσαν, από ένα σημείο και μετά, τα κόμματα του δημοκρατικού σοσιαλισμού, δηλαδή τα κόμματα που επέλεξαν τον δρόμο των ειρηνικών κοινωνικοπολιτικών μεταρρυθμίσεων και όχι της επανάστασης για την εγκαθίδρυση δικτατορίας του προλεταριάτου (που κατέληξε βέβαια, όπου επιβλήθηκε, σε σκέτη δικτατορία).

Είναι λοιπόν αυτά τα κόμματα, του δημοκρατικού σοσιαλισμού, που επέβαλαν την καθολική ψηφοφορία, την διεύρυνση των ατομικών δικαιωμάτων και την κατοχύρωση του κοινωνικού κράτους, δηλαδή την πραγμάτωση των βασικών κατακτήσεων του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού.

Με άλλα λόγια, είναι τα κόμματα αυτά που φιλοτέχνησαν, μαζί με αντίστοιχα πολιτικά και κοινωνικά κινήματα, την σημερινή Δημοκρατία, που είναι και πρέπει να παραμείνει -σκέτα- Συνταγματική Δημοκρατία. Ούτε αστική ούτε  προλεταριακή…

******

Δεν έκανα όμως αυτήν την ιστορική αναδρομή μόνο για λόγους πολιτικής ακριβολογίας. Αυτό που κυρίως θέλω να επισημάνω είναι ότι τα κόμματα του δημοκρατικού σοσιαλισμού, – με τα οποία συναντήθηκαν γόνιμα, αργότερα, οι πολιτικές δυνάμεις του ευρωκομμουνισμού και της πολιτικής οικολογίας – έχουν ιστορική υποχρέωση να διαφυλάξουν σήμερα, σαν κόρη οφθαλμού, αυτό που με τόσες προσπάθειες και τόσους αγώνες διεκδίκησαν και εν τέλει επέβαλαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Μα, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς, κινδυνεύει πράγματι σήμερα η Δημοκρατία;
Φυσικά και κινδυνεύει. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει, στο ευρύτερο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, τεκτονικές αλλαγές, με σημείο αιχμής την ανάπτυξη και γιγάντωση τεράστιων και εν πολλοίς ανέλεγκτων ιδιωτικών υπερεθνικών οικονομικών κέντρων, που απειλούν όλες τις κατακτήσεις της μεταπολεμικής περιόδου:

– την κυριαρχία και την πολιτική αυτονομία του εθνικού κράτους,  που πιέζεται να ξαναγυρίσει στον ρόλο του νυχτοφύλακα,

τα ατομικά δικαιώματα, που βρίσκονται πλέον υπό την απειλή τεράστιων υπερεθνικών ιδιωτικών εξουσιών, του σύγχρονου Λεβιάθαν όπως έχει λεχθεί χαρακτηριστικά

τα κοινωνικά δικαιώματα, που συρρικνώνονται επιτηδευμένα και συστηματικά, στην μέγγενη της εμπορευματοποίησης των πάντων και της αποθέωσης των κοινωνικών ανισοτήτων.

Θα το πω πολύ σχηματικά και κατ’ανάγκην ελλειπτικά: Η επιστροφή του αστικού φιλελευθερισμού, με την μορφή του νεοφιλελευθερισμού, βρήκε την ολοκληρωμένη διατύπωσή της στην διαβόητη «συναίνεση της Ουάσιγκτον» και σφράγισε όλα τα τελευταία χρόνια την λειτουργία των διεθνών οικονομικών οργανισμών, θέτοντας τις βάσεις για την επικράτηση μιας νέας ολιγαρχίας: της ολιγαρχίας των διεθνών αγορών.

*****

Τι έκαναν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα απέναντι σε όλες αυτές τις ραγδαίες εξελίξεις; Δυστυχώς απέτυχαν παταγωδώς. Για να το πω μεταφορικά, έχασαν την μπάλλα….
Αρχικά, για να παραφράσω τον ποιητή, δεν ήκουσαν καν την βουή των επερχόμενων γεγονότων: δεν μπόρεσαν ούτε να κατανοήσουν, ούτε να περιορίσουν  ούτε να ελέγξουν τις αρνητικές πτυχές της παγκοσμιοποίησης, για να μην πούμε   ότι συνέβαλαν, σε ορισμένες περιπτώσεις, στην έκρηξη της ασυδοσίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Στην συνέχεια δε, όταν συνειδητοποίησαν τους κινδύνους, ανέπτυξαν πολύ καθυστερημένα και εν πολλοίς παρωχημένα  ή/και απρόθυμα αντανακλαστικά.

Πρώτον διότι είχαν μάθει να κινούνται εθνικά ενώ ο οι δυνάμεις της οικονομίας είχαν περάσει σε υπερεθνικό επίπεδο, αναπτύσσοντας ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Τo αποτέλεσμα ήταν τα κόμματα αυτά να τρέχουν ασθμαίνοντας πίσω από τις εξελίξεις αλλά και να αντιμετωπίζουν την νέα πραγματικότητα με όρους πολιτικού επαρχιωτισμού.

Δεύτερον διότι κάποια από αυτά γοητεύτηκαν από την κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας και διέβησαν τον Ρουβίκωνα, προσχωρώντας σε αγοραίες λογικές και εγκαταλείποντας τις πολιτικές τους ρίζες και τις κοινωνικές τους αναφορές.  Έτσι κράτησαν για ένα διάστημα την εξουσία, χάνοντας την ψυχή τους, και στην συνέχεια απώλεσαν την πολιτική ηγεμονία από τις αυθεντικές πλέον αστικοφιλελεύθερες  πολιτικές δυνάμεις της δεξιάς και οδηγήθηκαν σε κρίση και ανυποληψία.

Έπρεπε νάρθει η οικονομική κρίση, ως απότοκος του «αχαλίνωτου καπιταλισμού» και του «φονταμενταλισμού των αγορών», για να ταρακουνηθούν αρχικά και να αφυπνισθούν στην συνέχεια, υπό την πίεση, βέβαια, και νεοανερχόμενων πολιτικών  δυνάμεων, είτε της οικολογικής είτε της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Ωστόσο, ούτε η κρίση στάθηκε ικανή να δημιουργήσει, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, έναν νέο συσχετισμό δυνάμεων, που θα αποκαταστήσει την ηγεμονία του προοδευτικού πολιτικού χώρου και θα δώσει πειστικές απαντήσεις στις προκλήσεις των καιρών, στις οποίες ήρθαν να προστεθούν, απρόσμενα,  και αυτές της πανδημίας.

*****

Στο σημείο αυτό, λοιπόν, θέλω να σταθώ. Αν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα επιθυμούν πράγματι να υπερασπισθούν τις δημοκρατικές κατακτήσεις τους πρέπει πρώτα και πάνω από όλα να δουν αναστοχαστικά την πορεία τους, να αναβαπτισθούν στις παραδοσιακές αξίες τους και να επιχειρήσουν νέες πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες, υπό μία διαφορετική  πλέον οπτική γωνία.

Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν είναι «κέντρο» όπως προσπαθούν τα τελευταία χρόνια να μας πείσουν κάποιοι που είτε απλώς μεταλλάχθηκαν (και έκτοτε συμπεριφέρονται σαν την αλεπού με την κομμένη ουρά, στον μύθο του Αισώπου) είτε προετοιμάζουν ιδιοτελώς -και επιμελώς- την προσχώρησή τους στην κεντροδεξιά.

Είναι κόμματα της κεντροαριστεράς, αν δεχθούμε αυτόν τον όρο της πολιτικής γεωγραφίας, υπό την έννοια όμως ότι είναι κόμματα της Αριστεράς που ανοίγονται και προς το κέντρο –αυτό σήμαινε ο όρος στην Ιταλία όπου πρωτοχρησιμοποιήθηκε– και όχι κόμματα του κέντρου με μια γαρνιτούρα Αριστεράς.

Για να ακριβολογούμε, βέβαια, τα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη –συμπεριλαμβανομένου του γερμανικού–   αυτοτοποθετούνται απερίφραστα στην Αριστερά  και μόνο στην χώρα μας το κόμμα που ήταν η πραγματική πρώτη φορά Αριστερά –αφού ο Αντρέας Παπανδρέου επέλεξε συνειδητά αποφασιστικά ότι δεν θα είναι ο συνεχιστής του κέντρου – παραχώρησε όχι μόνο τον όρο αλλά και τον χώρο στον ΣΥΡΙΖΑ και προσπαθεί να ανταγωνισθεί, εκτός έδρας, την Νέα Δημοκρατία…

*****

Θα μου πείτε έχει σημασία για την Δημοκρατία μια τέτοια προσέγγιση; Βεβαίως και έχει. Διότι είναι το πρώτο συνθετικό αυτών των κομμάτων, ο  σοσιαλισμός, που δίνει νόημα και περιεχόμενο, βάθος και προοπτική στο δεύτερο συνθετικό, την Δημοκρατία. Με αυτό το κριτήριο, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είναι «προοδευτικά» και όχι απλώς «εκσυγχρονιστικά» κόμματα. Ο εκσυγχρονισμός, τελικά, είναι απλή, άκριτη,  συχνά ανιστόρητη και συνήθως υποβολιμαία προσαρμογή στα σύγχρονα δεδομένα. Αντίθετα η πρόοδος προϋποθέτει ιδεολογικοπολιτική διήθηση αυτών των δεδομένων, απόχρεμψη των αρνητικών πλευρών τους και αντιμετώπιση των δυσμενών και επικίνδυνων συνεπειών τους, με κριτήριο την υπεράσπιση  των δημοκρατικών και κοινωνικών κατακτήσεων του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Υπό αυτό το πρίσμα, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα  πρέπει να αποτελέσουν, με την ανάληψη γενναίων πολιτικών πρωτοβουλιών, το επίκεντρο ενός νέου προοδευτικού πόλου, που θα συσπειρώσει όλες τις δυνάμεις που μπορούν να στοιχηθούν πίσω από συγκεκριμένα ιδεολογικοπολιτικά προτάγματα:
  1. Την υπεράσπιση της ανοιχτής και δημοκρατικής κοινωνίας όχι μόνο απέναντι στο κράτος αλλά και απέναντι στις ιδιωτικές μεταλλάξεις του εξουσιαστικού φαινομένου, που εμφανίζονται ψευδεπίγραφα σαν εκφάνσεις της ελευθερίας.
  2. Την επιστροφή του δημόσιου χώρου, στους τομείς που έχει αποδειχθεί, μετά από διάφορους αποτυχημένους νεοφιλελεύθερους πειραματισμούς, αναντικατάστατος ως προς την προαγωγή του δημόσιου συμφέροντος (όπως συνέβη, για παράδειγμα, με την πανδημία).
  3. Την υπεράσπιση, κατ’επέκτασιν, του κοινωνικού κράτους, απαλλαγμένου όμως από τις παρεκτροπές του συντεχνιασμού, που το εκτρέπουν σε «κράτος μαστό», αλλά και εμπλουτισμένο με τις εξαιρετικά χρήσιμες εναλλακτικές επιλογές της κοινωνικής οικονομίας, ο ρόλος της οποίας πρέπει όχι μόνον να αναδειχθεί αλλά και να κατοχυρωθεί συνταγματικά.
  4. Την καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων, μέσω μιας γενναίας αναδιανομής και ιδίως μέσω της διασφάλισης ίσων ευκαιριών στους νέους
  5. Την φορολόγηση όλων των εχόντων και κατεχόντων και όχι μόνον εκείνων που τα εισοδήματά τους είναι εξ ορισμού φανερά, προκειμένου να εφαρμοσθεί επιτέλους η συνταγματική επιταγή για αναλογική κατανομή των φορολογικών βαρών.
  6. Την ρήξη με τον πολιτικό και κοινωνικό καθεστωτισμό, δηλαδή αφ’ενός με συγκεκριμένα κέντρα του οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου, που διαπλέκονται προκλητικά μεταξύ τους –ποδηγετώντας την οικονομία αλλά και την ενημέρωση…– αφ’ετέρου δε με παραφθαρμένους κοινωνικούς θεσμούς, που αναπαράγουν συγκεκριμένες παθογένειες της μεταπολεμικής περιόδου.
  7. Την ρήξη με τον πελατειασμό και την πολιτική συναλλαγή, που είναι η γάγγραινα της ελληνικής κοινωνίας, με την υιοθέτηση πραγματικά πρόσφορων και όχι προσχηματικών μέτρων.
  8. Την πρόταξη και προάσπιση, πριν είναι πολύ αργά, των κοινωνικών και περιβαλλοντικών αγαθών, απέναντι στις ποικίλες εκφάνσεις του οικονομισμού, του ατομικισμού και των εγωιστικών συμφερόντων.

******

Όλα αυτά είναι συγκεκριμένες και απτές πολιτικές επιλογές, που συνδέονται αναμφίβολα με την ποιότητα και την αντοχή της σύγχρονης Δημοκρατίας. Αν δε συνδυασθούν και με συγκεκριμένα μέτρα για  την αντιμετώπισης της κρίσης αντιπροσώπευσης και την αναβάθμιση της πολιτικής συμμετοχής, παρέχουν ένα γενικό περίγραμμα μιας πολιτικής στρατηγικής που μπορεί να ξαναφέρει στο επίκεντρο, με όρους πολιτικής ηγεμονίας, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Και είναι το δεύτερο αυτό επίπεδο, το ευρωπαϊκό, αυτό που θα κρίνει τελικά την έκβαση της μάχης για την υπεράσπιση αλλά και την περαιτέρω εμβάθυνση της Δημοκρατίας. Αρκεί, βέβαια, η Ευρωπαϊκή Ένωση να μετεξελιχθεί σε μια πράγματι δημοκρατική υπερεθνική οντότητα, προωθώντας αποφασιστικότερα τις ενοποιητικές διαδικασίες, με ταυτόχρονη υπέρβαση των εγγενών ελλειμμάτων της αλλά και με ενεργότερο πλέον τον ρόλο των ευρωπαϊκών κομμάτων. Διότι μόνον αν η Ευρωπαϊκή Ένωση ενσωματώσει στις μεταφερόμενες αρμοδιότητες των εθνικών κρατών ένα ισοδύναμο κυριαρχίας και δημοκρατίας, μπορεί πράγματι να τις διασώσει σε ένα ανώτερο, υπερεθνικό, επίπεδο. Να εκπληρώσει δηλαδή τον ρόλο του πειστικού και αποτελεσματικού αντιβάρου απέναντι  στους διαβρωτικούς ανέμους της παγκοσμιοποίησης, χωρίς ακροδεξιές υστερίες, άκριτες δαιμονοποιήσεις και θλιβερές οιμωγές για «όπισθεν ολοταχώς».

******

Κλείνω με μια επισήμανση. Δεν είναι τυχαίο το ότι στην χώρα μας εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ο όρος «δημοκρατική παράταξη». Αυτό βέβαια δεν  σημαίνει ότι η ΝΔ είναι αντιδημοκρατική, όπως ήταν η ΕΡΕ (αν και έχει ακόμη σημαντικούς τέτοιους θυλάκους). Σημαίνει όμως ότι  ο προοδευτικός χώρος, δηλαδή ο χώρος της πραγματικής Κεντροαριστεράς, ήταν και πρέπει να συνεχίσει να είναι ο προνομιακός υπέρμαχος και  υπερασπιστής της Δημοκρατίας, διότι δεν αντιλαμβάνεται τυπικά  αλλά ουσιαστικά την έννοια της και την προοπτική της. Ιδίως δε διότι, σε αντίθεση με τις δεξιές και κεντρο-φιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις,  ο χώρος αυτός όχι μόνον επέβαλε αλλά και εξακολουθεί να εμφορείται από τις αξίες και τα προτάγματα της κοινωνικής Δημοκρατίας, η οποία, για να θυμηθώ τον αείμνηστο Δάσκαλό μου Αριστόβουλο Μάνεση, «δεν ήρθε καταλύσαι αλλά πληρώσαι την πολιτική δημοκρατία και τον συνταγματικό φιλελευθερισμό».
Γιώργος Χ. Σωτηρέλης
Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο πανεπιστήμιο Αθηνών

Επικοινωνία

mail: info@ideologikodiktio.com

Υπεύθυνη επικοινωνίας: Νικολέττα Σπυροπούλου, Δικηγόρος, τηλ.: 6973 785694
Υπεύθυνος Τύπου: Αιμίλιος Σαπρανίδης, Δημοσιογράφος, τηλ.: 6977 700429